Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ - ΣΥΖΕΥΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ


Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον
καί τόν εὐσεβῆ λαόν
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
νταθα
Ἀγαπητοί μου,
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου χριστιανικῆς διδασκαλίας καί πίστεως.
Ἡ νίκη αὐτή ἐξεφράσθη μέσα ἀπό τήν τέχνη. Ἡ τέχνη εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ ὑψηλοῦ καί τοῦ ὡραίου.
Θε­ο­λο­γία καί τέ­χνη συμ­πο­ρεύ­ον­ται ἐξ ἀρ­χῆς συζυγεῖς καί ἀλλη­λένδετες μέσα στήν Ἐκ­κλη­σία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευ­σμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεο­λόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φι­λοσοφίας Βα­σίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στο­λίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμο, νά ναπτύξει τήν λήθεια το Εαγ­γελίου, νά τήν ἐκφράσει καί ατός, πως τήν κφράζει καί  ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του  καθένας μέσα, πως  πλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνι­στῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυ­στηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτη­ριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.
Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χρι­στός καί σαρ­κω­μέ­νος Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὁ κα­τε­ξο­χήν καί ὄν­τως θε­ο­λό­γος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότε­ρος καλλιτέχνης, ἤ ριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως ση­μειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς μιλίες του ες τήν ξαήμερον«ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πσιν ες θεωρίαν,στε δι’ αὐτο τήν το ποιήσαντος ατόν σοφίαν πιγιγνώσκε­σθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνο­μάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκα­λία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό  κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργι­κό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτι­σαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆςθεωρίας τοῦ «νοη­τοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πο­λύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.
Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δη­μιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζο­μένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσο­φική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκο­σμος καί Εἰκόνα. Ἐ­πειδή ἀ­κρι­βῶς πη­γά­ζει ἀπό, καί ἀπευθ­ύνεται στόν ὅ­λον ἄν­θρωπο, ἡ τέ­χνη ὑ­πῆρξε πάν­τοτε ἡ ἀρ­τι­ώ­τερη καί πλη­ρέ­στερη ἔκ­φραση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου λό­γου. Ὡς τέ­τοια, καθίσταται ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τῆς Θείας Λει­τουρ­γίας καί τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐ­τῆς συνεκφαίνον­ται οἱ ἀ­λή­θειες τῆς πί­στεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκ­κλησία οἰ­κει­ώ­θηκε καί διαχειρί­στηκε τόν λόγο τῆς τέ­χνης σέ μιά ποι­κι­λό­τροπη καί πο­λυ­ε­πί­πεδη σημαν­τική, γιά νά ἐκ­φρά­σει τό κοινό βί­ωμα καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τήν λει­τουργική, μυ­στη­ρι­ακή ζωή καί λα­τρευ­τική πράξη τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Σώ­μα­τος. Με­τα­χει­ρί­στηκε ἀπ’ ἀρ­χῆς τήν τέ­χνη τῆς ποί­η­σης καί τοῦ μέ­λους μέ θε­ο­λο­γική ἐ­νάρ­γεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζω­γρά­φου, γιά νά πεῖ τήν ἴ­δια ἀ­λή­θεια μέ τόν χρω­στήρα, καί ἐ­πί­σης αὐτή πού ἀ­πο­τυ­πώ­νει στό σχέ­διο καί στά ὑ­λικά του ὁ ἀρχιτέκτο­νας­, κα­θώς μέ αὐ­τόν τόν τρόπο ἡ καλ­λι­τε­χνική εἰ­κόνα γί­νε­ται ἔκ­φραση τῆς πίστεως καί δι­αρ­κής ἀ­να­φορά στήν Δη­μι­ουρ­γία καί τήν Ἐν­σάρ­κωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁ­ποίων δι­και­ώ­νε­ται ἡ σύμ­πασα κτίση καί τό κάλ­λος τοῦ κό­σμου.
Οἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπει­κονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιε­χόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει : «Οὐ προσκυν τ λ, προσκυν δέ τόν τς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ μέ γενόμενον καί ν λ κατοικσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ργασάμενον, καί σέβων οπαύσομαι τήν λην, δι’ ἧς  σωτηρία μου εργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ληθινόν Θεόν μν, καί τούς Αὐτο γίους, ν λόγοις τιμντες, ν συγγραφας, ν νοήμασιν, ν θυσίαις, ν ναοῖς, ν εκονίσμασι».
Αὐτή εἶναι ἡ σύζευξη Θεολογίας καί Τέχνης μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ διακήρυξη τοῦ προνομίου τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καλλιτεχνήματος τοῦ Θεοῦ νά ξαναφθάσει στό ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, τῆς εἰκόνος τοῦ δημιουργοῦ Του.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2013
Μέ πατρικές εὐχές
 Μητροπολίτης
+ Ὁ Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν Μᾶρκος